“Παιχνίδι” με την υπαγόρευση

21 Ιανουαρίου 2017
Υποστηρίζονται δύο τύποι υπαγόρευσης, η κανονική και η βελτιωμένη. Όμως, ο διαχωρισμός αυτός χρειάζεται να ξεκαθαριστεί λίγο. Στην κανονική της λειτουργία, χρειάζεται πάντα πρόσβαση στο Internet, αφού το ηχητικό απόσπασμα περνά από τους servers της Apple προκειμένου να αναγνωριστεί καλύτερα και να πετύχουμε το βέλτιστο αποτέλεσμα. Στην ενισχυμένη εκδοχή, γίνεται ένα download με απαραίτητα αρχεία, είτε μιλάμε για macOS είτε για iOS, με τη βοήθεια των οποίων η επεξεργασία γίνεται τοπικά, ακόμη και χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο. Βέβαια, παρά το χαρακτηρισμό “ενισχυμένη” η πρώτη εκδοχή μπορεί να προσφέρει πιο αξιόπιστα αποτελέσματα, αφού οι απομακρυσμένοι servers έχουν πρόσβαση σε περισσότερους πόρους συνήθως και, κυρίως, σε καλύτερες γλωσσικές βάσεις δεδομένων.


Άπαξ και ενεργοποιηθεί η δυνατότητα υπαγόρευσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οποιοδήποτε πεδίο κειμένου, ασχέτως εφαρμογής και περίστασης. Αν είμαστε σε σημείο όπου μπορεί να μπει κείμενο, τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί γίνει και υπαγόρευση. Σε Mac μπορούμε να ορίσουμε κάποιο συνδυασμό πλήκτρων που να βολεύει για να ξεκινά η υπαγόρευση. Αν και το διπλό πάτημα του πλήκτρου fn, που συνήθως δεν χρησιμοποιείται πολύ στην καθημερινότητα, μάλλον είναι ό,τι πρέπει. Σε iPhone, iPad και iPod Touch, η υπαγόρευση ξεκινά με ένα πάτημα στο πλήκτρο με το σύμβολο του μικροφώνου, το οποίο είναι πάντα διαθέσιμο κάτω αριστερά στο πληκτρολόγιο οποιασδήποτε υποστηριζόμενης γλώσσας.

Η υπαγόρευση χρειάζεται συνήθεια, αλλά και μια κάποια εμπιστοσύνη. Το σίγουρο είναι ότι όλο και κάποιο λάθος θα κάνει, ειδικά όταν χρησιμοποιούνται εμβόλιμα λέξεις από γλώσσα διαφορετική από εκείνη της υπαγόρευσης.



Σε Mac η υπαγόρευση μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο.

Συνήθεια χρειάζεται διότι ο χρήστης πρέπει να χρησιμοποιεί σχετικά ολοκληρωμένες φράσεις, άρα καλό είναι να έχει ήδη κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του. Το σύστημα μπορεί να τον ακολουθήσει για αρκετό διάστημα, συνεχόμενα, αρκετό ώστε πρώτα να έρχεται φυσικά η ανάγκη για παύση από το χρήστη και ύστερα το όριο του μηχανισμού. Επιπλέον, περισσότερη ακόμη συνήθεια χρειάζεται στην ιδέα ότι τα σημεία στίξης δεν μπαίνουν αυτόματα, αλλά πρέπει να αναφέρονται, ρητά, να τα ακούσει το σύστημα και να τα τοποθετήσει στο κείμενο.

Η εμπιστοσύνη χρειάζεται διότι η όλη διαδικασία είναι δυναμική. Μπορούμε να πούμε πέντε λέξεις στη σειρά και αυτό που εμφανίζεται εκείνη την ώρα στην οθόνη να είναι τελείως λάθος σε σχέση με το λόγο μας. Συνεχίζοντας όμως ή, άλλοτε, απλά περιμένοντας, βλέπουμε ότι γίνονται αυτόματα αλλαγές και διορθώσεις, καθώς ο όλος μηχανισμός αντιλαμβάνεται καλύτερα τα συμφραζόμενα και πώς είναι λογικό να συνδυάζονται κάποια πράγματα μεταξύ τους ώστε να βγαίνει τελικά νόημα.

Η συγγραφή ολόκληρου κειμένου θέλει σίγουρα αρκετή εξάσκηση. Και για κάποιους θα αξίζει τον κόπο, ειδικά αν έχουν ευαισθησία στους καρπούς τους ή κάποιο άλλο πρόβλημα που καθιστά τη χρήση πληκτρολογίου δύσκολη υπόθεση. Γενικά όμως, η υπαγόρευση είναι ό,τι πρέπει για σύντομες απαντήσεις σε email, για δημοσιεύσεις σε κοινωνικά δίκτυα, απλές σημειώσεις, γραπτά μηνύματα και αρκετά άλλα. Αν ο χρήστης δεν έχει εξοικειωθεί με το λεγόμενο τυφλό σύστημα, μπορεί να ανακαλύψει ότι, με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να γράφει και πιο γρήγορα από όσο έχει συνηθίσει.

Μια δοκιμή δεν βλάπτει.